Έρευνα Υγείας 2014

Η Έρευνα Υγείας  του 2014 της ΕΛΣΤΑΤ  προσφέρει χρήσιμα στοιχεία τόσο για το επίπεδο υγείας του πληθυσμού όπως το αντιλαμβάνονται οι συμμετέχοντες στο δείγμα όσο και για τη χρήση υπηρεσιών υγείας. Αν και  καταγράφεται σταθερότητα σε σχέση με τα αποτελέσματα της αντίστοιχης έρευνας του 2009 στο ποσοστό που δηλώνει «πολύ καλή» ή «καλή» υγεία, παρατηρείται αύξηση 24%  στον πληθυσμό που δηλώνει ότι πάσχει από κάποιο χρόνιο πρόβλημα υγείας.  Αυξημένα καταγράφονται τα ποσοστά όσων δήλωσαν  ότι έχουν υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου (+42,9%), αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο  (+17,6%) και όσων πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη (+16,5%). Στο πεδίο της ψυχικής υγείας  το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι πάσχουν από κατάθλιψη είναι  αυξημένο κατά 80,8% σε σχέση με το 2009 (τα 2/3 γυναίκες). Η διαχείριση των χρόνιων νοσημάτων συμπεριλαμβανομένων και των προβλημάτων ψυχικής υγείας συνιστούν «πρόκληση» για το σύστημα υγείας και κυρίως για όσους σχεδιάζουν και υλοποιούν πολιτικές υγείας.

Σχετικά με τη χρήση υπηρεσιών υγείας καταγράφονται αυξημένα ποσοστά όσων εμβολιάστηκαν κατά της γρίπης και μειωμένα ποσοστά γυναικών που δεν έχουν υποβληθεί ποτέ στη ζωή τους σε μαστογραφία  και τεστ ΠΑΠ. Στον τομέα του φαρμάκου  αυξημένο παρατηρείται το ποσοστό όσων καταναλώνουν φάρμακα, βότανα ή βιταμίνες χωρίς συνταγή γιατρού κυρίως  στις νεότερες ομάδες του πληθυσμού (15-44 ετών).

Οι μεγάλες λίστες αναμονής (13,1% του πληθυσμού), οι αποστάσεις (6,1%) και οι ελλείψεις  ειδικοτήτων (9,4%) στερούν ή καθυστερούν τη λήψη ιατρονοσηλευτικής φροντίδας. Οικονομικοί λόγοι "εμποδίζουν" την πρόσβαση στην ιατρική φροντίδα (13,9% του πληθυσμού), σε οδοντιατρική φροντίδα στο 15,4%, σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας (4,3%) και στο φάρμακο (11,2%). Η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας ιδιαίτερα σε περίοδο οικονομικής κρίσης συνιστά κρίσιμη παράμετρος αξιολόγησης του συστήματος υγείας.

Αναλυτικά το Δελτίο Τύπου στο συνημμένο 

Attachments: 

like0